Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Μια παρέα από το Γαρδίκι: Μαρουσιάνα, καημένη Αναστασιά...



Και να πούμε ότι η "Μαρουσιάνα" είναι αληθινή ιστορία.
Διαβάζουμε: "...σύμφωνα με το θρύλο η Μαρουσιάνα, η οποία κατάγονταν από ένα αρχοντοσόι ορεινού χωριού της περιοχής μας, αγάπησε τον Κωνσταντή, ένα φτωχόπαιδο με δίψα όμως για τη ζωή, που διάβαζε πολύ και είχε βάλει ως στόχο να γίνει γιατρός. Οι δυο τους αγαπήθηκαν πολύ και όταν οι περιστάσεις της ζωής τους έφεραν μακριά τον έναν από τον άλλο η Μαρουσιάνα βρέθηκε να περιπλανιέται στα βουνά, για πέντε μήνες..."

Να και οι στίχοι:

Ωρέ πέντε μήνους, έξι αγράχτια, πέντε μήνους, έξι αγράχτια,
πότε τα 'γνεσες, Μαρουσιάνα μ', άιντε πότε τα, ωρέ τα 'γνεσες;

Ωρέ κι άλλους τόσους, δυό κουβάρια, κι άλλους τόσους, δυό κουβάρια,
πότε τα 'μασες, Μαρουσιάνα μ', άιντε πότε τα, ωρέ τα 'μασες;

Ωρέ κι άλλους τόσους γκιζερούσα, κι άλλους τόσους γκιζερούσα,
στα ψηλά βουνά, Μαρουσιάνα μ', άιντε στα ψηλά, ψηλά βουνά.

Ωρέ την αγάπη μου γυρεύω, την αγάπη μου γυρεύω,
πού να την εβρώ, Μαρουσιάνα μ', άιντε που να τη, να την εβρώ;

Ωρέ μέσα σε μπαξέ τη βρίσκω, μέσα σε μπαξέ τη βρίσκω,
στα τριαντάφυλλα, Μαρουσιάνα μ', άιντε στα τριαντά-, τριαντάφυλλα.

Ωρέ που 'σουν ξένε μ' το χειμώνα, που 'σουν ξένε μ' το χειμώνα,
το χινόπωρο, Μαρουσιάνα μ', άιντε το χινό-, χινόπωρο.

Ωρέ ήμουνα μακριά στα ξένα, ήμουνα μακριά στα ξένα,
ξενοδούλευα, Μαρουσιάνα μ', άιντε ξενοδού, ωρέ δούλευα.

Ωρέ κι όσα έβγαζα ο καημένος, κι όσα έβγαζα ο καημένος,
σένα τα 'στελνα, Μαρουσιάνα μ', άιντε σένα τα, ωρέ τα 'στελνα.

Ωρέ σου 'στειλα γυαλί και χτένι, σου 'στειλα γυαλί και χτένι,
να γυαλίζεσαι, Μαρουσιάνα μ', άιντε να γυαλί-, γυαλίζεσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου